ἅλιος

ἅλιος -α, -ον
Grammatical information: adj.
Meaning: `fruitless, idle'; adv. `in vain' (Hom.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The connection with ἠλίθιος, ἠλάσκω, and further to ἀλάομαι is correctly rejected by DELG; it does not explain the spiritus asper. There are no traces of Ϝ-, cf. Sommer Lautst. 98. Schwyzer 461 A. 5 points to the expression εἰς ὕδωρ γράφειν suggesting the word belongs to ἅλς. DELG supports this by remarking that the word is often used of βέλος, evoking an arrow that misses its target and falls in the sea; but why would it fall in the sea? - Old disappearing term, replaced by μάταιος. S. also Snell FS Von Mercklin 172f.
Page in Frisk: 1,74

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἅλιος — masc nom sg Ἅλις masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλιος — (I) ἅλιος, ία, ον και ος, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει στη θάλασσα, ο θαλάσσιος 2. ως προσδιορισμός θεών, νυμφών κ.λπ. τής θάλασσας (Νηρέας, Νηρηίδες). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἅλς. ΠΑΡ. ἁλιεύς, αρχ. άλιας. ΣΥΝΘ. αρχ. ἐνάλιος, εἰνάλιος νεοελλ. αλιόφως]. (II)… …   Dictionary of Greek

  • .άλιος — ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc nom sg ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc/fem nom sg ἅλιος , ἅλιος 2 fruitless masc nom sg ἅ̱λιος , ἥλιος sun masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλιος — ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc nom sg ἅ̱λιος , ἅλιος 1 of the sea masc/fem nom sg ἅλιος 2 fruitless masc nom sg ἅ̱λιος , ἥλιος sun masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίω — Ἅλιος masc nom/voc/acc dual Ἅλιος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοιο — Ἅλιος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοις — Ἅλιος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοισι — Ἅλιος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίοισιν — Ἅλιος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίου — Ἅλιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίους — Ἅλιος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.